Ο πολιτισμένος Ευρωπαίος και ο «βάρβαρος»

Στις 16 Νοεμβρίου 1532, στην Καχαμάρκα του σημερινού Περού, δύο κόσμοι συναντήθηκαν. Δεν επρόκειτο, όμως, για μια ισότιμη συνάντηση πολιτισμών ούτε για εκείνη τη ρομαντική «ανακάλυψη» με την οποία η Ευρώπη συνήθισε να περιγράφει την επέκτασή της. Ήταν μια προσεκτικά σχεδιασμένη ενέδρα.

Από τη μία πλευρά βρισκόταν ο Αταουάλπα, κυρίαρχος της Αυτοκρατορίας των Ίνκα, ενός κράτους με εκατομμύρια κατοίκους, σύνθετη διοίκηση και ένα οδικό δίκτυο που διέσχιζε τις Άνδεις.

Από την άλλη, ο Φρανθίσκο Πιθάρο με περίπου 168 Ισπανούς, άλογα, ατσάλινα ξίφη, αρκεβούζια, κανόνια και έναν ιερέα. Το γεγονός αναφέρεται συχνά ως «Μάχη της Καχαμάρκα». Ακριβέστερος είναι ίσως ο όρος «Σφαγή της Καχαμάρκα», καθώς δεν υπήρξε ουσιαστικά μάχη ανάμεσα σε δύο παρατεταγμένους στρατούς, αλλά αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον ενός πλήθους που δεν περίμενε σύγκρουση.

Η Καχαμάρκα δεν εξηγεί μόνο την πτώση των Ίνκα. Συμπυκνώνει ολόκληρη την ιστορία της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας: τη συνάντηση της τεχνολογικής υπεροχής με την εξαπάτηση, της θρησκευτικής βεβαιότητας με την απληστία και της λέξης «πολιτισμός» με τη συστηματική λεηλασία.

Η παγίδα

Όταν οι Ισπανοί έφτασαν στις Άνδεις, η Αυτοκρατορία των Ίνκα βρισκόταν ήδη σε κρίση. Επιδημίες που είχαν μεταφερθεί από την Ευρώπη, πιθανότατα και η ευλογιά, είχαν προκαλέσει τεράστιες απώλειες. Παράλληλα, ο Αταουάλπα είχε μόλις επικρατήσει σε έναν εξαντλητικό εμφύλιο πόλεμο εναντίον του αδελφού του, Ουάσκαρ.

Ο Αταουάλπα έφτασε στην Καχαμάρκα με χιλιάδες ακολούθους, ενώ ο κύριος στρατός του παρέμενε έξω από την πόλη. Δεν θεωρούσε τους λιγοστούς ξένους σοβαρή απειλή. Στην κεντρική πλατεία τον συνάντησε ο δομινικανός μοναχός Βιθέντε δε Βαλβέρδε, ο οποίος απαίτησε ουσιαστικά να αναγνωρίσει τον χριστιανικό Θεό, την Εκκλησία και την κυριαρχία του Ισπανού βασιλιά. Ήταν μια παραλλαγή του Requerimiento, του αποικιακού τελετουργικού με το οποίο οι Ισπανοί ανακοίνωναν σε ανθρώπους που συχνά δεν κατανοούσαν καν τη γλώσσα τους ότι όφειλαν να αποδεχθούν μια μακρινή μοναρχία και μια άγνωστη θρησκεία. Αν αρνούνταν, ο πόλεμος, η υποδούλωση και η αρπαγή της περιουσίας τους παρουσιάζονταν ως νόμιμες συνέπειες της δικής τους ανυπακοής.

Έτσι ο κατακτητής μπορούσε να προκαλεί τη σύγκρουση και ταυτόχρονα να κατηγορεί το θύμα για τις συνέπειές της.

Όταν δόθηκε το σύνθημα, οι Ισπανοί βγήκαν από τις κρυμμένες θέσεις τους. Τα κανόνια και τα αρκεβούζια προκάλεσαν πανικό, ενώ τα άλογα —άγνωστα τότε στις Άνδεις— διέλυσαν το πυκνό πλήθος. Οι ακόλουθοι του Αταουάλπα προσπάθησαν να προστατεύσουν το φορείο του με τα σώματά τους. Καθώς οι φορείς σκοτώνονταν, άλλοι έπαιρναν τη θέση τους. Οι Ισπανοί υπέστησαν ελάχιστες απώλειες. Οι νεκροί μεταξύ των αυτοχθόνων αριθμούσαν πολλές χιλιάδες. Ο Αταουάλπα αιχμαλωτίστηκε ζωντανός.

Αντιλαμβανόμενος το πάθος των κατακτητών για τα πολύτιμα μέταλλα, προσφέρθηκε να γεμίσει με χρυσό το δωμάτιο στο οποίο κρατούνταν και δύο ακόμη χώρους με ασήμι. Για μήνες, κοσμήματα, αγάλματα και τελετουργικά αντικείμενα μεταφέρονταν στην Καχαμάρκα και λιώνονταν σε ράβδους. Μαζί τους δεν καταστρεφόταν μόνο ένας υλικός πλούτος, αλλά και η μνήμη ενός πολιτισμού.

Ο Αταουάλπα παραπέμφθηκε σε μια παρωδία δίκης και καταδικάστηκε αρχικά να καεί ζωντανός. Επειδή στη θρησκευτική αντίληψη των Ίνκα η διατήρηση του σώματος είχε ιδιαίτερη σημασία, δέχθηκε να βαπτιστεί χριστιανός με αντάλλαγμα έναν διαφορετικό θάνατο. Το 1533 εκτελέστηκε με στραγγαλισμό.

Οι άνθρωποι που του πήραν το βασίλειο, τον χρυσό και τη ζωή μπορούσαν έτσι να ισχυρίζονται ότι είχαν τουλάχιστον «σώσει» την ψυχή του.

Δύσκολα μπορεί να βρεθεί καθαρότερο παράδειγμα αποικιακής υποκρισίας: η σωτηρία της ψυχής ως ηθικό ένδυμα για την αρπαγή της γης.

Από την Καχαμάρκα στον κόσμο

 Η Καχαμάρκα δεν υπήρξε μια μεμονωμένη ισπανική θηριωδία. Αποτέλεσε το πρότυπο μιας ευρύτερης ευρωπαϊκής μεθόδου: η κατάκτηση παρουσιαζόταν ως αποστολή, η λεηλασία ως εμπόριο και η υποδούλωση ως εκπαίδευση των «κατώτερων» λαών.

Η Ισπανία χρηματοδότησε σημαντικό μέρος της ισχύος της με τον χρυσό και το ασήμι της Αμερικής. Στα ορυχεία του Ποτοσί, αυτόχθονες εργάτες και Αφρικανοί σκλάβοι εργάζονταν κάτω από εξαιρετικά επικίνδυνες συνθήκες. Η Πορτογαλία οικοδόμησε την αποικιακή οικονομία της Βραζιλίας στις φυτείες και στη μαζική μεταφορά υποδουλωμένων Αφρικανών.

Η Ολλανδία, πίσω από την εικόνα της εμπορικής και φιλελεύθερης δύναμης, εξόντωσε, εκτόπισε ή υποδούλωσε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού των νησιών Μπάντα για να εξασφαλίσει το μονοπώλιο του μοσχοκάρυδου. Ένας λαός θυσιάστηκε για την τιμή ενός μπαχαρικού.

Η Βρετανία μετέτρεψε μεγάλες περιοχές της Ινδίας σε πηγή φόρων και πρώτων υλών. Στην Αυστραλία, η αποικιακή εγκατάσταση συνοδεύτηκε από εκτοπισμούς, σφαγές και αρπαγή παιδιών από τις οικογένειες των Αβορίγινων. Στην Κένυα, κατά την εξέγερση των Μάου Μάου, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι κρατήθηκαν σε στρατόπεδα όπου καταγράφηκαν βασανιστήρια και κακοποιήσεις.

Λιμός στην Ινδία

 Η Γαλλία ονόμασε την αποικιακή της ιδεολογία mission civilisatrice —«εκπολιτιστική αποστολή»—, ενώ στην Αλγερία κατέστρεφε χωριά, απαλλοτρίωνε τη γη και χρησιμοποιούσε συστηματικά βασανιστήρια. 

Στο Κονγκό του βασιλιά Λεοπόλδου Β΄ (Βέλγιο), οι ποσοστώσεις συλλογής καουτσούκ επιβλήθηκαν με ομηρίες, μαστιγώσεις, εμπρησμούς, φόνους και ακρωτηριασμούς.  Στη σημερινή Ναμίμπια, η γερμανική αποικιακή διοίκηση οδήγησε τους Χερέρο και τους Νάμα στην έρημο, τους απέκλεισε από τις πηγές νερού και τους έκλεισε σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Δεκάδες χιλιάδες πέθαναν στην πρώτη γενοκτονία του 20ού αιώνα.

Ναμίμπια

Η Ιταλία χρησιμοποίησε στρατόπεδα συγκέντρωσης και μαζικές εκτοπίσεις στη Λιβύη και χημικά όπλα κατά την εισβολή της στην Αιθιοπία. Ακόμη και μικρότερες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Δανία και η Σουηδία, απέκτησαν αποικιακές κτήσεις και συμμετείχαν στο σύστημα της δουλείας και του αποικιακού εμπορίου.

Οι μέθοδοι διέφεραν. Η βασική λογική παρέμενε ίδια: η εργασία, η γη και το σώμα του αποικισμένου μετατρέπονταν σε πλούτο για τη μητρόπολη.

Η επινόηση του «βαρβάρου»

Η αποικιοκρατία δεν στηρίχθηκε μόνο στα όπλα. Χρειαζόταν και μια αφήγηση. Ο Ευρωπαίος έπρεπε να εμφανίζεται ως λογικός, ώριμος και πολιτισμένος. Ο αποικισμένος έπρεπε να παρουσιάζεται ως άγριος, παιδαριώδης ή ανίκανος να κυβερνήσει τον εαυτό του. Μόνο έτσι η κυριαρχία μπορούσε να μεταμφιεστεί σε φιλανθρωπία.

Η γη δεν αρπαζόταν· «αξιοποιούνταν». Οι άνθρωποι δεν υποδουλώνονταν· «διδάσκονταν να εργάζονται». Οι πολιτισμοί δεν καταστρέφονταν· «εκσυγχρονίζονταν». Τα παιδιά δεν απομακρύνονταν από τις οικογένειές τους· «εκπαιδεύονταν». Οι θησαυροί δεν λεηλατούνταν· «διασώζονταν» στα ευρωπαϊκά μουσεία. Και όταν οι κατακτημένοι αντιστέκονταν, η βία τους παρουσιαζόταν ως απόδειξη της βαρβαρότητάς τους, ενώ η ασύγκριτα μεγαλύτερη βία της αυτοκρατορίας ονομαζόταν αποκατάσταση της τάξης. Αυτό είναι το βαθύτερο ψεύδος της αποικιοκρατίας: δεν αρκέστηκε να νικήσει τα θύματά της. Διεκδίκησε και το δικαίωμα να παρουσιάσει τη νίκη ως ηθικό καθήκον.

Ο «πολιτισμένος Ευρωπαίος» δεν ήταν υποκριτής επειδή δεν είχε αξίες. Ήταν υποκριτής επειδή αναγνώριζε την ελευθερία, την ισότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια μόνο όταν αφορούσαν τον ίδιο. Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση της ευρωπαϊκής Ιστορίας. Ο ίδιος πολιτισμός που κατέκτησε και υποδούλωσε μεγάλο μέρος του κόσμου υπήρξε επίσης ο πολιτισμός της επιστημονικής επανάστασης, του Διαφωτισμού και της σύγχρονης τεχνολογίας. Από την Ευρώπη προήλθαν ο Νεύτων, ο Δαρβίνος, ο Μαρξ, ο Νίτσε, ο Ντοστογιέφσκι, ο Αϊνστάιν και η Μαρί Κιουρί.

Πώς ο πολιτισμός των στρατοπέδων καταναγκαστικής εργασίας έγινε συγχρόνως ο πολιτισμός των τηλεσκοπίων; Πώς τα πλοία που μετέφεραν σκλάβους διέσχιζαν τους ίδιους ωκεανούς με τα πλοία των φυσιοδιφών; Πώς η κοινωνία που διακήρυξε την οικουμενικότητα της ανθρώπινης λογικής αρνήθηκε την ανθρώπινη ιδιότητα σε εκατομμύρια ανθρώπους;

Θα ήταν βολικό να διαχωρίσουμε τα δύο. Να πούμε ότι η αποικιοκρατία ήταν μια σκοτεινή εκτροπή, ενώ η επιστήμη και η φιλοσοφία αποτελούσαν την «αληθινή Ευρώπη». Όμως η επιστημονική και τεχνολογική άνθηση πραγματοποιήθηκε μέσα σε κοινωνίες που συσσώρευαν πλούτο από το εμπόριο, τις αποικίες, τη δουλεία, τις απαλλοτριώσεις και την εργασία των κατώτερων τάξεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε ανακάλυψη υπήρξε άμεσο προϊόν της αποικιοκρατίας. Ο Νεύτων δεν διατύπωσε τον νόμο της παγκόσμιας έλξης επειδή υπήρχαν φυτείες ζάχαρης στην Καραϊβική. Η σχέση είναι βαθύτερη. Η επιστήμη χρειάζεται χρόνο, εκπαίδευση, πανεπιστήμια, βιβλιοθήκες και εργαστήρια. Χρειάζεται ένα κοινωνικό πλεόνασμα και ανθρώπους που μπορούν να αφοσιωθούν στη γνώση χωρίς να αγωνίζονται καθημερινά για την επιβίωσή τους. Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος παράγει αυτό το πλεόνασμα, ποιος το ιδιοποιείται και ποιος αποκτά τον χρόνο να σκεφτεί.

Για μεγάλο μέρος της Ιστορίας, οι πολλοί εργάζονταν ώστε οι λίγοι να μπορούν να δημιουργούν. Οι σκλάβοι παρήγαγαν τον πλούτο των αυτοκρατοριών. Οι αγρότες συντηρούσαν τα ανάκτορα. Οι εργάτες των ορυχείων, των εργοστασίων και των φυτειών δημιουργούσαν το πλεόνασμα που συγκεντρωνόταν στα εμπορικά και πνευματικά κέντρα.

Ήταν, λοιπόν, η αδικία το αναγκαίο τίμημα της προόδου;

Ήταν πράγματι αναγκαίο;

Θα μπορούσε κάποιος να υποστηρίξει ότι χωρίς τη συγκέντρωση πλούτου δεν θα υπήρχαν πανεπιστήμια, αστεροσκοπεία, εργαστήρια, μηχανές, εμβόλια και υπολογιστές. Ότι κάποιοι έπρεπε να θυσιαστούν για να μπορέσει η ανθρωπότητα να προχωρήσει.

Αλλά ποιος έχει το δικαίωμα να χαρακτηρίσει αναγκαία τη θυσία κάποιου άλλου;

Οι υποδουλωμένοι Αφρικανοί δεν συναίνεσαν να πεθάνουν στις φυτείες για χάρη της βιομηχανικής ανάπτυξης. Οι εργάτες του Ποτοσί δεν επέλεξαν να χρηματοδοτήσουν με τη ζωή τους τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Οι λαοί του Κονγκό δεν πρόσφεραν οικειοθελώς τα σώματά τους για να αποκτήσει η Ευρώπη καουτσούκ.

Το «αναγκαίο κακό» είναι σχεδόν πάντοτε μια φράση που χρησιμοποιεί ο ωφελημένος για να δικαιολογήσει τον πόνο του θύματος.

Το γεγονός ότι η πρόοδος γεννήθηκε ιστορικά μέσα στην ανισότητα δεν αποδεικνύει ότι η ανισότητα ήταν αναγκαία για την πρόοδο. Αποδεικνύει μόνο ότι εκείνοι που κατείχαν την εξουσία επέλεξαν να χρηματοδοτήσουν το φως με το σκοτάδι των άλλων.

Και αν η ανισότητα επέτρεψε σε ορισμένους ανθρώπους να μορφωθούν, πόσες άλλες ανθρώπινες δυνατότητες κατέστρεψε; Για κάθε προνομιούχο επιστήμονα, πόσες ιδιοφυΐες γεννήθηκαν σε φυτείες, ορυχεία και φτωχογειτονιές χωρίς ποτέ να μάθουν να διαβάζουν;  Η ανισότητα μπορεί να χρηματοδότησε ορισμένα επιτεύγματα. Ταυτόχρονα, όμως, έθαψε αμέτρητα άλλα πριν ακόμη γεννηθούν.

Από τον Μαρξ στον Ντοστογιέφσκι

Ο Μαρξ διέκρινε αυτή την αντίφαση στην ίδια τη γέννηση του καπιταλισμού. Το νέο σύστημα απελευθέρωσε πρωτοφανείς παραγωγικές δυνάμεις, ανέπτυξε την τεχνολογία και συνέδεσε τον κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, στηρίχθηκε στην αρπαγή της γης, στην αποικιοκρατία, στη δουλεία και στην εκμετάλλευση της εργασίας.

Στην ανάλυσή του για την «πρωταρχική συσσώρευση», ο Μαρξ αποδομεί τον μύθο ότι ο ευρωπαϊκός πλούτος γεννήθηκε μόνο από την εργατικότητα και την αποταμίευση. Στις αφετηρίες του βρίσκονταν οι κατακτήσεις, οι απαλλοτριώσεις, οι αποικιακές εταιρείες και τα πολεμικά πλοία.

Αυτό, όμως, δεν τον οδηγεί στην απόρριψη της τεχνολογίας. Το ερώτημα δεν είναι μόνο τι μπορεί να κάνει μια μηχανή, αλλά ποιος την κατέχει και ποιος ωφελείται από αυτή. Η τεχνολογία μπορεί να μειώσει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας για όλους ή να αυξήσει τα κέρδη των λίγων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διαδώσει τη γνώση ή να συγκεντρώσει ακόμη περισσότερη εξουσία. Η επιστήμη αυξάνει αυτό που μπορούμε να κάνουμε· δεν αποφασίζει τι πρέπει να κάνουμε.

Ο Νίτσε, από διαφορετική κατεύθυνση, μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε για το κόστος κάθε υψηλού πολιτισμού. Οι πολιτισμοί υψώνουν τα μνημεία τους προς τον ουρανό, αλλά τα θεμέλιά τους βρίσκονται κάτω από τη γη. Και μέσα σε αυτά υπάρχουν άνθρωποι των οποίων τα ονόματα δεν καταγράφηκαν ποτέ.

Μέσα από τον Ιβάν Καραμάζοφ, ο Ντοστογιέφσκι θέτει ένα αμείλικτο ηθικό ερώτημα. Στο κεφάλαιο «Εξέγερση» των Αδελφών Καραμάζοφ, ο Ιβάν αρνείται να αποδεχθεί μια μελλοντική παγκόσμια αρμονία, εάν αυτή πρέπει να θεμελιωθεί πάνω στα αδικαίωτα δάκρυα έστω και ενός βασανισμένου παιδιού.

Δεν αμφισβητεί μόνο τον σκοπό, αλλά το δικαίωμα κάποιου να θυσιάσει έναν αθώο για χάρη της ευτυχίας των υπολοίπων. Εφαρμοσμένη στην ιστορία της αποικιοκρατίας, η σκέψη αυτή μας υποχρεώνει να αναρωτηθούμε αν η επιστημονική και τεχνολογική πρόοδος μπορεί να δικαιολογήσει αναδρομικά τον πόνο εκείνων που δεν επέλεξαν ούτε συναίνεσαν να πληρώσουν το τίμημά της. Τα μεταγενέστερα επιτεύγματα μπορούν να μας βοηθήσουν να εξηγήσουμε πώς φτάσαμε έως εδώ, δεν μπορούν όμως να μετατρέψουν το έγκλημα σε δικαιοσύνη. Γι’ αυτό ο Ιβάν «επιστρέφει το εισιτήριο»: αρνείται μια τελική ευτυχία που θα είχε αγοραστεί με αθώο αίμα.

Μπορούν τα τηλεσκόπια, τα εμβόλια και τα διαστημόπλοια να σχηματίσουν έναν ηθικό ισολογισμό απέναντι στη δουλεία, στην πείνα και στις γενοκτονίες;

Προς μια διαφορετική πρόοδο

Καμία μεγάλη ανακάλυψη δεν γεννήθηκε σε κοινωνικό κενό. Πίσω από κάθε διάσημο όνομα βρίσκονται γενιές τεχνιτών, δασκάλων, μεταφραστών και ανώνυμων εργατών. Βρίσκονται εκείνοι που εξόρυξαν τα μέταλλα, κατασκεύασαν τα εργαστήρια, τύπωσαν τα βιβλία και συντήρησαν τα πανεπιστήμια. Βρίσκονται επίσης γνώσεις που μεταφέρθηκαν από την Ινδία, την Κίνα, τον αραβοϊσλαμικό κόσμο, την Αφρική και τους πολιτισμούς της Αμερικής. Κανείς δεν ανακαλύπτει μόνος του το Σύμπαν. Η ιδιοφυΐα μπορεί να είναι ατομική, αλλά οι προϋποθέσεις της είναι συλλογικές.

Σήμερα διαθέτουμε τη δυνατότητα να αυτοματοποιούμε τις βαριές εργασίες και να μεταδίδουμε τη γνώση σχεδόν χωρίς κόστος. Θεωρητικά, η τεχνολογία θα μπορούσε να απελευθερώσει χρόνο για μόρφωση, δημιουργία και έρευνα. Κι όμως, συχνά αυξάνει την παραγωγικότητα χωρίς να μειώνει την ανασφάλεια. Η αυτοματοποίηση υπόσχεται λιγότερη εργασία, αλλά προκαλεί φόβο ανεργίας. Η γνώση είναι προσβάσιμη, αλλά η ποιοτική εκπαίδευση παραμένει προνόμιο.

Η συλλογική πρόοδος απαιτεί, επομένως, κάτι περισσότερο από νέες μηχανές. Απαιτεί μια διαφορετική κατανομή του χρόνου, της γνώσης και των αποτελεσμάτων της παραγωγής.

Πρόοδος δεν είναι μόνο να φτάσει ένας άνθρωπος στη Σελήνη. Είναι να μη ζουν εκατομμύρια άλλοι χωρίς καθαρό νερό.

Δεν είναι μόνο να παρατηρούμε την αρχή του Σύμπαντος. Είναι να μπορεί κάθε παιδί να μάθει τι είναι το Σύμπαν.

Δεν είναι μόνο να κατασκευάζουμε τεχνητή νοημοσύνη. Είναι να αποφασίσουμε εάν αυτή θα απελευθερώσει τον άνθρωπο από την εξαντλητική εργασία ή θα δημιουργήσει μια νέα και ισχυρότερη τάξη ιδιοκτητών.

Το φάντασμα του Αταουάλπα

Η μοίρα του Αταουάλπα αποτελεί μια μικρογραφία ολόκληρου του αποικιακού συστήματος.

Τον προσκάλεσαν σε συνάντηση και του έστησαν ενέδρα. Του ζήτησαν να αναγνωρίσει έναν Θεό που δεν γνώριζε και έναν βασιλιά που δεν είχε δει. Τον κατηγόρησαν επειδή δεν υπάκουσε σε νόμους που μόλις είχαν φτάσει στη χώρα του. Του υποσχέθηκαν ελευθερία για τον χρυσό του, πήραν τον χρυσό και τον εκτέλεσαν. Στο τέλος, παρουσίασαν τη βίαιη μεταστροφή του στον χριστιανισμό ως πράξη ελέους.

Το μεγαλείο ενός πολιτισμού δεν κρίνεται μόνο από τα πανεπιστήμια, τις εφευρέσεις και τα φιλοσοφικά του έργα. Κρίνεται και από όσα έκανε όταν βρέθηκε απέναντι σε ανθρώπους τους οποίους μπορούσε να συντρίψει χωρίς να λογοδοτήσει.

 Ο Αταουάλπα δεν έχασε επειδή εκπροσωπούσε έναν «κατώτερο» κόσμο. Έπεσε απέναντι σε έναν αντίπαλο που συνδύαζε την τεχνολογία του πολέμου με την απόλυτη βεβαιότητα ότι ο Θεός, ο νόμος και η Ιστορία βρίσκονταν πάντοτε με το μέρος του.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη μορφή βαρβαρότητας: όχι η βία που γνωρίζει ότι είναι βία, αλλά η βία που κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη και βλέπει πολιτισμό. Το πραγματικό επίτευγμα του ανθρώπου δεν θα είναι μόνο να κατανοήσει την αρχή του χρόνου ή να φτάσει στα πέρατα του Σύμπαντος. Θα είναι να φτάσει εκεί χωρίς να χρειάζεται να πατά πάνω σε άλλους ανθρώπους.

Τότε, ίσως για πρώτη φορά, η πρόοδος δεν θα αποτελεί προνόμιο εκείνων που στέκονται στην κορυφή της πυραμίδας, αλλά τη συλλογική κίνηση ολόκληρης της ανθρωπότητας προς το φως.

Change is the only Constant

Δεν στέλνουμε spam! Διαβάστε την πολιτική απορρήτου μας για περισσότερες λεπτομέρειες.

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

8 − 7 =