Υπάρχει μια στιγμή, αργά το βράδυ, που κάποιος κλείνει την πόρτα, αφήνει το τηλέφωνο ανάποδα στο τραπέζι και πιστεύει ότι έμεινε μόνος. Το δωμάτιο είναι ήσυχο. Κι όμως, η ημέρα του έχει ήδη αποτυπωθεί αλλού: στις κεραίες που συνέδεσαν τη συσκευή του, στις αναζητήσεις που έκανε, στις κάμερες του δρόμου, στην κάρτα με την οποία πλήρωσε, στα μικρά αρχεία που άφησε ο φυλλομετρητής. Η σύγχρονη ιδιωτικότητα δεν παραβιάζεται πάντοτε με μια θεαματική εισβολή. Συχνότερα διαλύεται αθόρυβα, σε χιλιάδες νόμιμες και φαινομενικά ασήμαντες καταγραφές.
Το παράδοξο είναι ότι μιλάμε για την ιδιωτικότητα σαν να ήταν ένα αιώνιο ανθρώπινο αγαθό με σταθερό περιεχόμενο. Η ανάγκη να κρύψουμε το σώμα, μια σκέψη ή μια σχέση είναι ασφαλώς παλιά. Όμως το τι θεωρείται «ιδιωτικό», ποιος δικαιούται να το προστατεύει και απέναντι σε ποιον, αλλάζει μαζί με την αρχιτεκτονική, την οικονομία, την τεχνολογία και το δίκαιο. Η ιδιωτικότητα δεν εφευρέθηκε μία συγκεκριμένη ημέρα. Κατασκευάστηκε σταδιακά — και κάθε νέα μηχανή την ανάγκασε να ξαναοριστεί.
Πριν από το κλειδί

Για μεγάλο μέρος της ιστορίας, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διέθεταν έναν χώρο αποκλειστικά δικό τους. Στο αγροτικό σπίτι, στο εργαστήριο ή στο πανδοχείο, οικογένεια, εργασία και φιλοξενία συνυπήρχαν. Οι άνθρωποι κοιμούνταν συχνά στον ίδιο χώρο, υπηρέτες και συγγενείς κινούνταν μέσα στα δωμάτια, και η έννοια της προσωπικής κρεβατοκάμαρας ήταν προνόμιο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρχαν μυστικά. Υπήρχαν ψίθυροι, κρυψώνες, σφραγισμένες επιστολές, αποστάσεις που τηρούνταν από συνήθεια. Η ιδιωτικότητα λειτουργούσε περισσότερο ως πρακτική διαπραγμάτευση παρά ως κατοχυρωμένη ατομική ζώνη.
Από την πρώιμη νεότερη εποχή, οι κατοικίες των εύπορων στρωμάτων απέκτησαν διαδρόμους, ιδιαίτερα δωμάτια και πόρτες που επέτρεπαν να περάσει κανείς από έναν χώρο σε άλλον χωρίς να διασχίζει όλες τις ενδιάμεσες ζωές. Η αλλαγή δεν ήταν απλώς τεχνική. Η κάτοψη άρχισε να ξεχωρίζει το κοινό από το προσωπικό, την υποδοχή από την ανάπαυση, την οικογένεια από τον επισκέπτη. Ένα δωμάτιο με κλειδί δεν δημιούργησε από μόνο του το νεότερο άτομο, αλλά του έδωσε σκηνή: έναν τόπο όπου μπορούσε να γράψει, να διαβάσει ή να σκεφτεί χωρίς συνεχή παρουσία άλλων.
Η επιστολή έκανε κάτι παρόμοιο σε απόσταση. Ένα κλειστό χαρτί επέτρεπε σε δύο ανθρώπους να σχηματίσουν έναν νοητό ιδιωτικό χώρο, παρότι το μήνυμα περνούσε από χέρια υπαλλήλων, ταχυδρόμων και συγγενών. Η σφραγίδα δεν εξασφάλιζε απόλυτη μυστικότητα· δήλωνε όμως ότι η ανάγνωση από τρίτο ήταν παραβίαση ενός ορίου. Η ιδιωτικότητα άρχισε έτσι να αποκτά υλικά σημάδια: την πόρτα, το συρτάρι, τον φάκελο.
Το βλέμμα που δεν χρειάζεται να είναι παρόν

Η αρχιτεκτονική, όμως, δεν πρόσφερε μόνο καταφύγιο από το βλέμμα. Μπορούσε επίσης να οργανώσει το βλέμμα ως μορφή εξουσίας. Στα τέλη του 18ου αιώνα, ο Jeremy Bentham σχεδίασε το Πανοπτικόν: ένα κυκλικό κτίριο με έναν κεντρικό πύργο, από τον οποίο ο επιτηρητής θα μπορούσε να βλέπει τους κρατούμενους χωρίς εκείνοι να γνωρίζουν πότε παρακολουθούνται. Η δύναμη του σχεδίου δεν βρισκόταν στη διαρκή πραγματική παρακολούθηση, αλλά στην αβεβαιότητά της. Αν ο κρατούμενος δεν ξέρει πότε τον κοιτούν, μαθαίνει να συμπεριφέρεται σαν να τον κοιτούν πάντοτε.
Η ιδέα ξεπερνά τη φυλακή. Η παρακολούθηση μεταβάλλει τον άνθρωπο πριν ακόμη χρησιμοποιηθεί κάποια πληροφορία εναντίον του. Μια κάμερα στον δρόμο μπορεί να αποτρέψει μια επίθεση και να βοηθήσει μια έρευνα. Μπορεί όμως επίσης να μετατρέψει τον δημόσιο χώρο σε σκηνή αυτοελέγχου. Το ερώτημα δεν είναι επομένως αν η επιτήρηση είναι απόλυτα καλή ή κακή. Είναι ποιος βλέπει, για ποιον σκοπό, με ποια όρια, για πόσο χρόνο και, τελικά, ποιος ελέγχει τον επιτηρητή.
Η διάκριση ανάμεσα σε δημόσιο και ιδιωτικό χώρο αποδεικνύεται ανεπαρκής. Ένας άνθρωπος μπορεί να βρίσκεται σε δημόσια πλατεία και παρ’ όλα αυτά να μη συναινεί στη μόνιμη καταγραφή των κινήσεών του, στη σύνδεσή τους με το πρόσωπό του και στην εξαγωγή συμπερασμάτων για τις συνήθειες ή τις πεποιθήσεις του. Η έκθεση σε ένα περαστικό βλέμμα δεν ισοδυναμεί με διαθεσιμότητα σε μια βάση δεδομένων.
Η μηχανή που αιφνιδίασε το δίκαιο

Το Πανοπτικόν οργάνωνε το βλέμμα γύρω από έναν κεντρικό παρατηρητή. Στα τέλη του 19ου αιώνα, η φωτογραφία έκανε αυτό το βλέμμα φορητό. Οι μικρότερες φωτογραφικές μηχανές και η μαζική κυκλοφορία εφημερίδων επέτρεψαν τη λήψη και τη δημοσίευση στιγμών που προηγουμένως χάνονταν. Το 1888, η Kodak διαφήμιζε μια φωτογραφική μηχανή αρκετά απλή ώστε η λήψη να περάσει από τον ειδικό στον καθημερινό χρήστη. Η τεχνολογία εκδημοκράτισε τη μνήμη, αλλά ταυτόχρονα μετέτρεψε την παρουσία ενός ανθρώπου σε αναπαραγώγιμο αντικείμενο.
Το 1890, οι δικηγόροι Samuel Warren και Louis Brandeis δημοσίευσαν στο Harvard Law Review το ιστορικό δοκίμιο «The Right to Privacy». Δεν ανησυχούσαν μόνο για το αν κάποιος έμπαινε χωρίς άδεια σε ένα σπίτι. Έβλεπαν ότι η φωτογραφία και ο Τύπος μπορούσαν να εκθέσουν την ιδιωτική ζωή σε ένα απεριόριστο κοινό. Διατύπωσαν έτσι την ιδέα ενός «δικαιώματος να σε αφήνουν ήσυχο». Το κρίσιμο βήμα ήταν ότι η ιδιωτικότητα παρουσιάστηκε όχι απλώς ως ευγένεια ή ιδιοκτησία, αλλά ως συμφέρον της ίδιας της προσωπικότητας.
Η ειρωνεία είναι διαχρονική: η ίδια τεχνολογία που ελευθερώνει την έκφραση δημιουργεί και νέο τρόπο έκθεσης. Η φωτογραφική μηχανή έδωσε σε εκατομμύρια ανθρώπους τη δυνατότητα να αφηγηθούν τον κόσμο τους. Έδωσε όμως και στον άγνωστο τη δύναμη να αφηγηθεί έναν άλλον άνθρωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του.
Από το απόρρητο στο ανθρώπινο δικαίωμα
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η προστασία της ιδιωτικής ζωής απέκτησε διεθνή γλώσσα. Το άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου απαγορεύει την αυθαίρετη επέμβαση στην ιδιωτική ζωή, την οικογένεια, την κατοικία και την αλληλογραφία. Στην Ευρώπη, το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κατοχύρωσε τον σεβασμό της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής, της κατοικίας και της αλληλογραφίας, επιτρέποντας παρεμβάσεις μόνο όταν προβλέπονται από τον νόμο και είναι αναγκαίες σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Η μετατόπιση έχει σημασία. Το σπίτι δεν προστατεύεται μόνο επειδή είναι ιδιοκτησία. Η αλληλογραφία δεν προστατεύεται μόνο επειδή το χαρτί ανήκει στον παραλήπτη. Προστατεύεται ο χώρος μέσα στον οποίο διαμορφώνεται η προσωπικότητα, οι σχέσεις και οι επιλογές. Η ιδιωτικότητα συνδέεται με την αξιοπρέπεια και την αυτονομία: με τη δυνατότητα να δοκιμάζουμε μια σκέψη, να αλλάζουμε γνώμη και να επιλέγουμε σε ποιον θα δείξουμε ποια πλευρά του εαυτού μας.
Αυτό δεν την καθιστά απεριόριστη. Η δημόσια ασφάλεια, η ελευθερία του Τύπου, η ιστορική μνήμη και η λογοδοσία μπορούν να συγκρούονται μαζί της. Το δίκαιο δεν εξαφανίζει τη σύγκρουση· προσπαθεί να την κάνει ορατή και να απαιτήσει αναλογικότητα. Η ιδιωτικότητα δεν είναι άδεια να μην απαντά κανείς ποτέ για τις πράξεις του. Είναι απαίτηση να μη μετατρέπεται κάθε πτυχή της ζωής σε διαθέσιμο υλικό χωρίς επαρκή λόγο.
Το ψηφιακό ίχνος δεν μοιάζει με κλειδωμένη πόρτα

Οι μεταπολεμικές διακηρύξεις και συμβάσεις ύψωσαν νομικά όρια γύρω από την ιδιωτική ζωή. Στο διαδίκτυο, όμως, το παλιό λεξιλόγιο της εισβολής μάς παραπλανά. Κανείς δεν χρειάζεται να σπάσει μια πόρτα όταν οι πληροφορίες συλλέγονται μέσα από υπηρεσίες που επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε. Τα δεδομένα μπορεί να είναι αποσπασματικά και φαινομενικά ασήμαντα: ώρα σύνδεσης, θέση, διάρκεια παραμονής, συσκευή, αγορά, διαδρομή. Η ισχύς τους προκύπτει από τον συνδυασμό. Ένα μεμονωμένο σημείο λέει λίγα· μια ακολουθία σημείων μπορεί να αποκαλύψει εργασία, υγεία, σχέσεις, θρησκευτικές πρακτικές ή πολιτικές προτιμήσεις.
Η ψηφιακή ιδιωτικότητα αντιμετωπίζει τρεις νέες δυσκολίες. Πρώτον, την κλίμακα: η παρατήρηση μπορεί να αφορά εκατομμύρια ανθρώπους με χαμηλό κόστος. Δεύτερον, τη διάρκεια: μια καταγραφή μπορεί να αντιγραφεί και να διατηρηθεί πολύ περισσότερο από τη στιγμή που τη γέννησε. Τρίτον, την εξαγωγή συμπερασμάτων: τα συστήματα δεν περιορίζονται σε όσα είπαμε ρητά, αλλά προβλέπουν χαρακτηριστικά και συμπεριφορές. Γι’ αυτό η φράση «δεν έχω τίποτα να κρύψω» χάνει το νόημά της. Η ιδιωτικότητα δεν αφορά μόνο μυστικά. Αφορά τη δύναμη να καθορίζει κανείς το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια πληροφορία αποκτά σημασία.
Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσπαθεί να μεταφέρει αυτή τη δύναμη ξανά προς το άτομο. Απαιτεί συγκεκριμένο σκοπό, διαφάνεια και ελαχιστοποίηση δεδομένων, αναγνωρίζει δικαιώματα πρόσβασης και διόρθωσης και, υπό προϋποθέσεις, διαγραφής. Υπάρχουν νόμιμες εξαιρέσεις, τεχνικές δυσκολίες και συγκρούσεις με άλλα δικαιώματα. Εισάγει όμως μια ουσιώδη αρχή: το γεγονός ότι ένα σύστημα μπορεί να συλλέξει κάτι δεν σημαίνει ότι δικαιούται να το συλλέξει. Το δίκαιο θέτει όρια στη συλλογή· το οικονομικό μοντέλο του διαδικτύου δημιουργεί διαρκώς νέα κίνητρα για να τα δοκιμάζει.
Το τέλος της ιδιωτικότητας;
Αρκεί να παρακολουθήσουμε μια συνηθισμένη ημέρα. Το πρόσωπό μας ξεκλειδώνει το τηλέφωνο. Η εφαρμογή χαρτών γνωρίζει πού βρισκόμαστε και πού πηγαίνουμε. Η έξυπνη τηλεόραση καταγράφει τι παρακολουθούμε. Το ρολόι μετρά τον ύπνο και τους παλμούς μας. Οι κάμερες του δρόμου συνδέουν διαδρομές, οι ηλεκτρονικές πληρωμές αποκαλύπτουν συνήθειες και τα κοινωνικά δίκτυα μαθαίνουν ποιο περιεχόμενο μας κάνει να σταματάμε, να θυμώνουμε ή να φοβόμαστε. Καμία μεμονωμένη καταγραφή δεν φαίνεται να γνωρίζει ολόκληρο τον άνθρωπο. Το σύνολό τους, όμως, μπορεί να σχηματίσει ένα πορτρέτο που ούτε οι στενότεροι φίλοι του δεν διαθέτουν.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική δύναμη της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν χρειάζεται να «διαβάζει τη σκέψη» με τον μυθιστορηματικό τρόπο. Αρκεί να υπολογίζει πιθανότητες: ποια διαφήμιση θα πατήσουμε, ποιο μήνυμα θα μας εξοργίσει, ποια τιμή είμαστε πρόθυμοι να πληρώσουμε, ποιον υποψήφιο ίσως ψηφίσουμε, πότε είμαστε κουρασμένοι ή περισσότερο ευάλωτοι. Η ισχύς δεν προκύπτει επειδή ο αλγόριθμος γνωρίζει την ψυχή μας. Προκύπτει επειδή μπορεί να προβλέπει αρκετά καλά την επόμενη κίνησή μας και, στη συνέχεια, να διαμορφώνει το περιβάλλον μέσα στο οποίο θα την κάνουμε.
Η εμπορευματοποίηση των δεδομένων και της προσοχής δεν σταματά στη διαφήμιση. Όταν η ίδια λογική μεταφέρεται από την εμπορική στην πολιτική επικοινωνία, η πρόβλεψη της συμπεριφοράς μπορεί να μετατραπεί σε εργαλείο χειραγώγησης. Η πολιτική προπαγάνδα είναι βέβαια πολύ παλαιότερη από το διαδίκτυο. Η διαφορά βρίσκεται στην ακρίβεια, την ταχύτητα και την αορατότητα. Στην πλατεία, όλοι μπορούν να ακούσουν το ίδιο πολιτικό σύνθημα και να το αντικρούσουν. Στο εξατομικευμένο ψηφιακό περιβάλλον, δύο πολίτες μπορεί να δέχονται εντελώς διαφορετικά μηνύματα από τον ίδιο υποψήφιο, σχεδιασμένα πάνω στους ιδιαίτερους φόβους τους, χωρίς ο ένας να γνωρίζει τι υποσχέθηκε ο υποψήφιος στον άλλον. Η δημόσια συζήτηση κατακερματίζεται έτσι σε εκατομμύρια ιδιωτικές απόπειρες επιρροής.
Το σκάνδαλο της Cambridge Analytica αποκάλυψε πόσο εύκολα δεδομένα που είχαν συλλεχθεί μέσω του Facebook μπορούσαν να αποσυνδεθούν από τον αρχικό τους σκοπό και να χρησιμοποιηθούν για την κατασκευή ψυχογραφικών προφίλ και τη μικροστόχευση ομάδων ψηφοφόρων. Δεν αποδείχθηκε ότι η εταιρεία καθόρισε από μόνη της το αποτέλεσμα κάποιας εκλογής· ένας τέτοιος ισχυρισμός υπερβαίνει τα διαθέσιμα στοιχεία. Η σημασία της υπόθεσης βρισκόταν αλλού: έκανε ορατή μια πολιτική υποδομή μέσα στην οποία ο ψηφοφόρος μπορούσε να αντιμετωπίζεται όχι ως πολίτης που συμμετέχει σε έναν κοινό δημόσιο διάλογο, αλλά ως σύνολο φόβων, προτιμήσεων και ευαισθησιών προς εκμετάλλευση.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αφορούσε κυρίως την ανάλυση δεδομένων και τη στοχευμένη διανομή πολιτικών μηνυμάτων. Η τεχνητή νοημοσύνη επεκτείνει πλέον τη διαδικασία και στο ίδιο το στάδιο της παραγωγής: μπορεί να δημιουργεί μαζικά πειστικά κείμενα, εικόνες, φωνές και βίντεο, να μιμείται τη φωνή ή την εικόνα ενός υποψηφίου και να προσαρμόζει το ίδιο ψευδές μήνυμα σε διαφορετικές ομάδες. Ένα deepfake δεν χρειάζεται να πείσει τους πάντες. Αρκεί να προκαλέσει σύγχυση, να καθυστερήσει τη διάψευση ή να κάνει τους πολίτες να πιστέψουν ότι τίποτε δεν μπορεί πλέον να επαληθευτεί. Η απειλή δεν είναι μόνο να πιστέψουμε ένα ψέμα. Είναι να πάψουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει τρόπος να ξεχωρίσουμε το αληθινό.
Ωστόσο, η χειραγώγηση του περιεχομένου είναι μόνο η μία πλευρά του προβλήματος. Η ίδια υποδομή δεδομένων μπορεί να υπηρετεί και την επιτήρηση. Το πιο ανησυχητικό σενάριο δεν είναι ένας παντογνώστης υπερυπολογιστής που δίνει διαταγές, αλλά μια πολύ πιο πεζή σύμπραξη: κράτη που ζητούν περισσότερα δεδομένα στο όνομα της ασφάλειας, εταιρείες που επιδιώκουν μεγαλύτερη προβλεπτική ακρίβεια στο όνομα της αποτελεσματικότητας και πολίτες που παραχωρούν περισσότερη ορατότητα στο όνομα της ευκολίας. Ο ψηφιακός αυταρχισμός μπορεί να μη φτάσει με στρατιώτες στους δρόμους. Μπορεί να εγκατασταθεί ως σειρά βολικών εφαρμογών, όπου κάθε άδεια φαίνεται ασήμαντη και κάθε περιορισμός παρουσιάζεται ως εξατομικευμένη υπηρεσία.
Η Κίνα αναφέρεται συχνά ως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του μέλλοντος: ένα κράτος που συνδυάζει κάμερες, αναγνώριση προσώπου, διοικητικά δεδομένα και ένα «σύστημα κοινωνικής πίστωσης». Εδώ χρειάζεται ακρίβεια. Δεν υπάρχει σήμερα ένας ενιαίος εθνικός αριθμός πόντων που να βαθμολογεί κάθε Κινέζο πολίτη σε πραγματικό χρόνο, όπως συχνά παρουσιάζεται. Υπάρχει ένα κατακερματισμένο οικοσύστημα δικαστικών και διοικητικών μητρώων, μαύρων και κόκκινων λιστών, οικονομικών αξιολογήσεων και τοπικών πειραμάτων. Σε ορισμένες πόλεις, όπως το Rongcheng, εφαρμόστηκαν συστήματα αρχικών πόντων, ανταμοιβών και κατηγοριών για «αξιόπιστες» συμπεριφορές· αρκετά από αυτά περιορίστηκαν αργότερα ή έγιναν εθελοντικά. Σε εθνικό επίπεδο, το σύστημα επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στη νομική και κανονιστική συμμόρφωση επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων.
Αυτή η διευκρίνιση δεν μειώνει τον κίνδυνο· τον τοποθετεί στις πραγματικές του διαστάσεις. Η απειλή δεν χρειάζεται να πάρει τη θεαματική μορφή ενός μοναδικού αριθμού πάνω από το κεφάλι κάθε πολίτη. Αρκεί διαφορετικές βάσεις δεδομένων να καθορίζουν, συχνά χωρίς επαρκή διαφάνεια ή αποτελεσματική προσφυγή, ποιος θεωρείται αξιόπιστος, ποιος ταξιδεύει, ποιος δανείζεται και ποιος αποκτά πρόσβαση σε υπηρεσίες. Όταν η διοικητική αξιολόγηση ενώνεται με εκτεταμένη επιτήρηση, η συμμόρφωση μπορεί να μετατραπεί από νομική υποχρέωση σε μόνιμη κοινωνική ταυτότητα.
Δεν χρειάζεται, όμως, να κοιτάζουμε μόνο προς την Κίνα. Οι δημοκρατικές κοινωνίες δημιουργούν τις δικές τους ιδιωτικές βαθμολογήσεις: πιστωτικό προφίλ, ασφαλιστικό κίνδυνο, πιθανότητα αγοράς, αξιολόγηση εργαζομένου, κατάταξη περιεχομένου, υποψία απάτης. Καμία δεν ονομάζεται «κοινωνική πίστωση». Όταν όμως ενώνονται, μπορούν να αποφασίζουν ποιος βλέπει μια ευκαιρία, ποιος ελέγχεται περισσότερο, ποιος πληρώνει ακριβότερα και ποιος μένει αόρατος. Ο ψηφιακός αυταρχισμός δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό ενός πολιτεύματος· είναι μια τεχνική δυνατότητα που κάθε πολίτευμα οφείλει να περιορίσει.
Από τη βαθμολόγηση της συμπεριφοράς μέχρι την άμεση διείσδυση στην προσωπική συσκευή υπάρχει ένα ακόμη βήμα. Η ελληνική υπόθεση του Predator υπενθύμισε πόσο εύκολα ένα κινητό τηλέφωνο μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο επικοινωνίας σε μηχανισμό παρακολούθησης. Το Predator δεν είναι τεχνητή νοημοσύνη, αλλά κατασκοπευτικό λογισμικό ικανό να εκθέσει επικοινωνίες, αρχεία, επαφές, θέση και αισθητήρες μιας συσκευής. Η ευρύτερη σημασία της υπόθεσης βρίσκεται στο γεγονός ότι τεχνολογίες εξαιρετικά παρεμβατικής επιτήρησης έχουν γίνει εμπορεύσιμα προϊόντα, διαθέσιμα πολύ ταχύτερα απ’ όσο μπορούν να αντιδράσουν οι θεσμοί ελέγχου.

Η τεχνητή νοημοσύνη πολλαπλασιάζει αυτή τη δυνατότητα. Το spyware συλλέγει· η ΤΝ μπορεί να ταξινομεί, να μεταγράφει και να συσχετίζει όσα συλλέχθηκαν. Μπορεί να αναγνωρίζει πρόσωπα και φωνές, να χαρτογραφεί δίκτυα επαφών, να εντοπίζει διαδρομές και να συνοψίζει χιλιάδες συνομιλίες. Η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να ακούσει κάθε συνομιλία. Μπορεί να αποθηκεύει τεράστιες ποσότητες ψηφιακών ιχνών και να αναθέτει σε έναν αλγόριθμο να επισημαίνει πρόσωπα ή μοτίβα ως «ύποπτα». Το παλιό πρακτικό εμπόδιο της μαζικής παρακολούθησης —το κόστος σε χρόνο και ανθρώπινο δυναμικό— υποχωρεί.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα επαναληφθεί μια συγκεκριμένη υπόθεση σαν το Predator. Είναι ότι δημιουργείται μια μόνιμη τεχνική υποδομή ελέγχου. Ένα δημοκρατικό κράτος μπορεί να τη χρησιμοποιεί μόνο μέσα σε σαφή, ελέγξιμα και αναλογικά όρια· μια αυταρχική εξουσία μπορεί να τη στρέψει εναντίον δημοσιογράφων, πολιτικών αντιπάλων ή απλών πολιτών. Η τεχνολογία γίνεται ολοκληρωτική όταν ο πολίτης είναι απολύτως ορατός στην εξουσία, ενώ η εξουσία παραμένει αόρατη στον πολίτη. Γι’ αυτό απαιτούνται ανεξάρτητη δικαστική εποπτεία, καταγραφή κάθε εντολής και χρήσης και πραγματική δυνατότητα λογοδοσίας.
Η επιτήρηση, ωστόσο, δεν ασκεί ισχύ μόνο αποκαλύπτοντας τα μυστικά μας. Μπορεί επίσης να διαμορφώνει το περιβάλλον των επιλογών μας. Μένει λοιπόν το δυσκολότερο ερώτημα: είναι οι αποφάσεις μας εντελώς δικές μας; Καμία ανθρώπινη απόφαση δεν γεννιέται σε κενό. Μας επηρεάζουν η οικογένεια, η τάξη, η γλώσσα, οι φίλοι, οι εφημερίδες και η εποχή μας. Ο αλγόριθμος δεν εφηύρε την επιρροή. Δημιούργησε όμως έναν μηχανισμό που παρατηρεί την αντίδρασή μας, προσαρμόζει το επόμενο ερέθισμα και επαναλαμβάνει τον κύκλο εκατομμύρια φορές. Δεν μας αφαιρεί αναγκαστικά τη βούληση. Μπορεί, όμως, να στενεύει αθόρυβα τον ορίζοντα μέσα στον οποίο νομίζουμε ότι επιλέγουμε.
Γι’ αυτό το τέλος της ιδιωτικότητας, αν έρθει, πιθανότατα δεν θα ανακοινωθεί. Δεν θα υπάρξει ημέρα κατά την οποία κάποια κυβέρνηση θα δηλώσει ότι την καταργεί. Θα έρθει ως συνήθεια: όταν η συνεχής παρακολούθηση πάψει να μας ξενίζει, όταν η προσωποποίηση θεωρηθεί αυτονόητη και όταν η αλγοριθμική απόφαση γίνει τόσο αδιαφανής ώστε κανείς να μην μπορεί να την αμφισβητήσει. Τότε δεν θα έχουμε απλώς χάσει τα μυστικά μας. Θα έχουμε παραχωρήσει σε άλλους τη δυνατότητα να ορίζουν το πεδίο των πιθανών επιλογών μας.
Η ελευθερία χρειάζεται σκιά
Απέναντι σε αυτή την πορεία, η ιστορία της ιδιωτικότητας δεν προσφέρει μια απλή αφήγηση προόδου από το σκοτάδι προς την προστασία. Προσφέρει μια ακολουθία διαπραγματεύσεων. Η πόρτα έδωσε χώρο στην απομόνωση· το Πανοπτικόν έδειξε ότι ακόμη και η πιθανότητα του βλέμματος πειθαρχεί· η φωτογραφική μηχανή έκανε την εικόνα φορητή· τα ανθρώπινα δικαιώματα όρισαν όρια στην εξουσία· οι βάσεις δεδομένων και η τεχνητή νοημοσύνη κάνουν τώρα αναγκαία μια νέα έννοια πολιτικής ελευθερίας.
Ίσως λοιπόν η ιδιωτικότητα να μην είναι το αντίθετο της κοινωνικής ζωής, αλλά προϋπόθεσή της. Για να εμφανιστούμε ελεύθερα μπροστά στους άλλους, χρειαζόμαστε και τη δυνατότητα να αποσυρόμαστε από το βλέμμα τους. Χρειαζόμαστε περιοχές όπου μια ατελής σκέψη δεν γίνεται μόνιμο αρχείο, όπου ένα λάθος μπορεί να ξεχαστεί, όπου ο εαυτός δεν συμπεριφέρεται διαρκώς σαν να βρίσκεται πάνω σε σκηνή.
Το κλειδί στην πόρτα παραμένει ένα ισχυρό σύμβολο, αλλά δεν αρκεί. Σήμερα, η ιδιωτικότητα εξαρτάται από αόρατες επιλογές σχεδιασμού, από νόμους, από εταιρικές πρακτικές και από τη δική μας παιδεία. Δεν είναι πολυτέλεια για όσους έχουν κάτι να κρύψουν. Είναι ο χώρος μέσα στον οποίο ένας πολίτης μπορεί ακόμη να αλλάξει γνώμη προτού κάποιος αλγόριθμος αποφασίσει ποιος είναι.
Αν αυτός ο χώρος χαθεί, δεν θα έχουμε μόνο το τέλος της ιδιωτικότητας. Θα έχουμε το τέλος της ελευθερίας να γίνουμε κάτι διαφορετικό από εκείνο που τα δεδομένα μας προβλέπουν.
Change is the only Constant













